Οι Σκαπανείς: θυμίαμα και μνήμη
σκαπανέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαπανεύς (σκαφτιάς) < σκαπάνη σκαπανέας αρσενικό (σπάνιο, επάγγελμα) πρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο…
σκαπανέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαπανεύς (σκαφτιάς) < σκαπάνη σκαπανέας αρσενικό (σπάνιο, επάγγελμα) πρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο…
